Τζο ο πειρατής

Posted: Φεβρουαρίου 8, 2007 in Παλιά κείμενα

Ο Τζο γεννήθηκε στις φτωχογειτονιές του λιμανιού.Ήταν μπάσταρδος, αλλά τον ήξερε καλά τον πατέρα του.Άκουγε τις αφηγήσεις της μάνας του για τον ξανθομάλλη ναυτικό με τον διάβολο στα μάτια.

Περπατούσε με το αγέρωχο βήμα του και τα θυληκά ξελιγώνονταν.Τον ζήλευαν όλοι οι άντρες και τον ποθούσαν όλες οι γυναίκες του λιμανιού.Αλλά αυτός διάλεξε την μητέρα του Τζο για να παίξει τα σαδιστικά του παιχνίδια.Και αφού διασκέδασε μαζί της την παράτησε.

Ο Τζο είχε αγοράσει έναν κρητικό σουγιά για έναν και μόνο σκοπό.Να τον καρφώσει ανάμεσα σ’αυτά τα μάτια.Να τα κάνει να σταματήσουν να τον κοιτάνε στους σκοτεινούς του εφιάλτες.Ήθελε να σταματήσει το ανυπόφορο γέλιο που του πολτοποιούσε τον εγκέφαλο.»Είσαι χαμένος,δεν μπορείς να με νικήσεις,θα σε κυνηγάω σαν λυσσασμένο σκυλί σε όλη σου την ζωή,….χαχαχαχαχα».
Ο Τζο μεγάλωσε τσαλαβουτώντας μέσα στις λάσπες.Ανάμεσα σε ανθρώπους χωρίς μέλλον.Ανάμεσα σε ανθρώπους με μπαλωμένα ρούχα και ραμένα στομάχια.
Πεινούσε όσο θυμόταν τον εαυτό του.Ποτέ του δεν χόρτασε.Δεν ήξερε αν θα βρει φαγητό στο τραπέζι.Αυτός εφταιγε για όλα.Μόνο αυτός.
Ήταν πεισματάρης.Τα μάτια του σάρωτρα.Μπορούσε να καταλάβει τα πάντα με μια ματιά.Δεν είχε αυτό που ποθούσε,αλλά θα το αποκτούσε με κάθε μέσο.θα έδιωχνε τους εφιάλτες.Ο δαίμονας θα εξαφανιζόταν μια και καλή.Δεν βιαζόταν,είχε υπομονή.Θα ετοιμαζόταν σιγά-σιγά.Ξεκίνησε από τα εννιά του χρόνια να σφουγγαρίζει λασπωμένα πατώματα.Χιλιάδες καφάσια με φρούτα πέρασαν από του ώμους του.Σκληραγωγήθηκε κουβαλώντας τόνους κρέας σε παγωμένα ψυγεία.Πάντα πρόθυμος να κάνει ότι του ζητήσουν χωρίς ερωτήσεις και
ενδοιασμούς.Η αφοσίωσή του ανταμείφθηκε ,ανέβηκε στην ιεραρχία.Ο Τζακ ο αντεροβγάλτης του έμαθε να χειρίζεται κάθε είδος μαχαιριού.Έμαθε να χειρίζεται όλα τα εργαλεία της «δουλειάς».Τα μαχαίρια όμως του έξασκούσαν μια περίεργη γοητεία.Τα ακόνιζε με στοργή, σαν να ήταν παιδιά του.Είχε περασμένο στον λαιμό του το αγαπημένο του.Ένα κρητικό σουγιά με ξυλόγλυπτη λαβή.
Ήταν πια τριανταδύο χρονών. Δεν θυμόταν κι ο ίδιος πόσες φορές είχε ποτίσει τα χέρια του με αίμα.Δεν θυμόταν πόσες φορές είχε χώσει το μαχαίρι σε σάρκα.Δεν θυμόταν πόσες φορές είχε προσπαθήσει να σκοτώσει τον δαίμονα.Ο δαίμονας δεν έλεγε να φύγει.Τον ένοιωθε ακόμα δυνατό.
Ξύπνησε απότομα,μούσκεμα στον ιδρώτα.Η καρδιά του χόρευε σε τρελούς ρυθμούς.
Τον ένοιωσε.Ο δαίμονας είχε έρθει και πάλι.Το γέλιο του ακουγόταν δυνατό.Σηκώθηκε από το κρεβάτι και έτρεξε να τον βρει.Σταμάτησε απότομα.Ξεκρέμασε από τον λαιμό του τον σουγιά.Τον έσφιξε με όλη του την δύναμη.»Δώσε ένα τέλος,φτάνει πια ,δεν αντέχω άλλο».Περνώντας από τον καθρέπτη γύρισε το βλέμμα του και κοίταξε βαθιά μέσα του.Τον είδε.Ήταν εκεί.Τον κοιτούσε βαθιά μέσα στα γαλάζια του μάτια.Κατάλαβε.Κοίταξε απελπισμένος τον σουγιά.Όχι δεν θα κατέστρεφε τον αγαπημένο του σουγιά.Άνοιξε το συρτάρι και πήρε το μεγάλο κουζινομάχαιρο.»Σήμερα θα σε νικήσω» φώναξε.Έχωσε το μαχαίρι αποφασιστικά στην λευκή σάρκα.Δάκρυσε.
Τα κρεμμύδια τον έκαναν πάντα να κλαίει.Δεν θα τα συνήθιζε ποτέ.Τα ψιλοέκοψε
με ακρίβεια και τα έριξε στο καυτό λάδι να τσιγαριστούν.Έκοψε το χοιρινό σε τέλειους κύβους και έριξε τα κομμάτια στο τηγάνι.Πρόσθεσε και το μυστικό του χαρμάνι από μυρωδικά.Μια θεσπέσια μυρωδιά απλώθηκε στην κουζίνα.Ο δαίμονας ικανοποιημένος υποχώρησε.Ο Τζο χαμογέλασε.»Τώρα ξέρω τον δρόμο για να σε νικήσω».

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η imikrimarika λέει:

    Ενδιαφέρον συνδυασμός !Άλλη φορά όταν περνάς επίσκεψη , πες και κανένα γειά !

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s