Ο Ρίγκος,ο Μίμης και η Κούλα

Posted: Ιανουαρίου 10, 2007 in Παλιά κείμενα

Ήτανε μια φορά ,μάτια μου κι έναν καιρό
ένα όμορφο ψηλό βατράχι,να σε χαρώ,
σ’ένα ποτάμι ζούσε,ποτάμι ρηχό,
κάθε εβράδυ έκανε ,μεγάλα μακροβούτια,να σε χαρώ

ήταν και δύο μύγες,πολύ στρουμπουλές,
τον βάτραχο είχαν από φόβο πάρει,
η μια ήταν ξανθή κι άλλη καραφλή,να σε χαρώ

ο βάτραχος τις είχε βάλει ,
μεζεδάκι να τις κάνει, τραγανιστό,
από μακριά κοιτούσε ,απο πολύ μακριά
και το μυαλό του εστίβε ,πολύ,παρά πολύ

Και ήρθε μια μαύρη μέρα ,μαύρη και σκοτεινή,
ο ουρανός εχάθει,
και στάλες μεγάλες πέφταν,στάλες χοντρές

το ποτάμι εφού,εφούσκωσε πολύ,
και πήρε να τρέχει,δόλια μ’,
στην κατηφόρα ,την καψερή

ο βάτραχος δεν ήξεβρε ,δόλιε μ’
που να σταθεί,
ένα κλαδί εβρέθει για να καθή…
για να καθή;;;;ορέ για να καθή§%&»!!!

Πάνω στο κλαδί βρίσκονταν και οι δύο μύγες κρυμένες μέσα στα φύλλα.Την καραφλή τον έλεγαν Μίμη και την ξανθιά Κούλα,τον βάτραχο τον έλεγαν Ρίγκο.Οι μύγες έτρεμαν από το κρύο κι από τον φόβο τους.Παρακολουθούσαν τον βάτραχο,έτοιμες να υπερασπιστούν την ζωή του με κάθε μέσο και τρόπο.Ο Ρίγκος τα είχε βάλει με την τύχη του και έβριζε φωναχτά με ακατανόμαστες φράσεις ,τον Μεγάλο, που του χάλασε το ραντεβού με την Πιτσιλωτή,μια πολύ νόστιμη και μπιρμπίλω βατραχίνα. Μίμης και η Κούλα δεν είχαν ερωτικά προβλήματα,ήταν παντρεμένοι δεκαπέντε ολόκληρες μέρες.Η Κούλα στην αρχή του έκανε την δύσκολη και δεν τον ήθελε.Ο Μήτσος όμως ήταν άσσος επί των ερωτικών θεμάτων.Αφού έφαγε,εφτά χαστούκια,τρεις παντοφλιές,δύο μπουγέλα και το έσκασε τελευταία στιγμή από τον ιστό της αράχνης που τον πέταξε η καλή του,κατάφερε να της βάλει τρικλοποδιά να την πετάξει πάνω σε ένα πλατανόφυλλο και να την κρατήσει με την πλάτη στο φύλλο για 10 δευτερόλεπτα.Έτσι η Κούλα κατάλαβε πως ο Μίμης ήταν ο μύγος της ζωής της και δέχτηκε να τον παντρευτεί.
Το κλαδί συνέχισε να πλέει στο ποτάμι και η βροχή αρνιόταν πεισματικά να σταματήσει το λακρεντί.Ξαφνικά ο Μίμης φταρνίστηκε ,ίσως να έφταιγε η βροχή,ίσως το άρωμα της Κούλας.Πάντως φταρνίστηκε τόσο δυνατά,όσο χρειαζόταν για να τον ακούσει ο Ρίγκος.Το βατράχι γύρισε απορημένο και κοίταξε ολόγυρα χωρίς να μπορεί να καταλάβει από που προερχόταν ο θόρυβος.
» Ποιος είναι εκεί;» φώναξε δήθεν αγριεμένος.Καμία απάντηση.
» Ποιος είναι,είπααα,αν δεν βγεις αμέσως,θα έρθω εγώ»,φώναξε,ακόμα πιο αγριεμένα και έκανε ένα βήμα πίσω.Τίποτα.
«Έρχομαι» ούρλιαξε από τον φόβο του,φανερά πια και έκανε ένα ακόμα πιο μεγάλο βήμα πίσω.
«Είμαι ο Μεγάλος» απάντησε με έμφαση ο Μίμης
«…και η Μεγάλη», συμπλήρωσε η Κούλα με παθιάρικη φωνή
«Γιατί με καταριέσαι εμένα τον Μεγάλο,τον Ένα και Μοναδικό,τον πιο όμορφο Μάγκα»,με βραχνή φωνή πάντα ο Μίμης
«Γιατί καλέ μου βάτραχε»,συμπλήρωσε η Κούλα ακόμα πιο παθιάρικα.
Ο Ρίγκος έκανε ένα ακόμα βήμα πίσω.Τα είχε εντελώς χαμένα.Προσπαθούσε να βάλει το μυαλό του σε λειτουργία,αλλά τίποτα,επικρατούσε πλήρης συσκότιση.Δεν λειτουργούσε ούτε η εφεδρική γεννήτρια.
«Συγνώμη Μεγάλε» ,κατάφερε να ψελίσει, «…και Μεγάλη»,συμπλήρωσε βιαστικά,μόλις η Κούλα έβηξε.
«Σου αξίζει παραδειγματική τιμώρία,μια πάρα πολύ σκληρή τιμωρία,μια τιμωρία που θα μείνει στην ιστορία και θα την διηγούνται οι παππούδες στα εγγόνια τους για πολλά χρόνια.»…»Θα σε κάνω άνθρωπο»είπε ο Μίμης τρέμοντας από χαρά για το μεγαλείο της σκέψης του.
Μπουυυυυμ,η βόμβα έσκασε,η φύση σίγησε,ακόμα και η βροχή σταμάτησε και έστησε αυτί,ως και η Κούλα έμεινε άναυδη.Ο Ρίγκος είδε όλη του την ζωή να περνάει από μπροστά του,είδε την Πιτσιλωτή,την Ριγίτσα,την Πρασινούλα,όλες, κάθε πήδημα ,από νούφαρο σε νούφαρο,κάθε ηλιοβασίλεμα,κάθε σούρουπο,κάθε δροσοσταλιά,κάθε ολόγιομο φεγγάρι,κάθε γέλιο….γέεελιο;;;!!!,το γέλιο ακουγόταν πολύ δυνατά και ζωντανά ,μα πάρα πολύ ζωντανά.Απόρησε.Άνοιξε δειλά-δειλά το ένα του μάτι,τίποτα,άνοιξε και το δεύτερο μάτι του ακόμα πιο δειλά,ε,τότε είδε φως και έπαθε το εγκεφαλικό.Γούρλωσε τα μάτια και άνοιξε το στόμα προσπαθώντας να πει όλα όσα σκεφτόταν.Όλες οι κατάρες,οι απειλές και οι βρισιές που είχαν ειπωθεί πάνω στην Γη από όλα τα όντα στριμώχτηκαν στον εγκέφαλό του και φράκαραν εκεί.Ανίκανες από το πρωτοφανές μποτιλίαρισμα δεν μπόρεσαν να βρουν τον δρόμο για την γλώσσα και το στόμα.Ο σκληρός δίσκος δεν μπορεσε να διαχειριστεί τον όγκο των δεδομένων και έβγαλε καπνούς.Ο Ρίγκος βούρκωσε από την προσπάθεια και τελικά είπε με ψιλή φωνή «Μανούλα,συγνώμη» ,είχε θυμηθεί την μάνα του, που του έλεγε «βρε αχαϊρευτε ,βάλε μυαλό επιτέλους,έτσι όπως πας θα σε δουλεύουν ακόμα και οι μύγες».
Το ζευγάρι είχε απομακρυνθεί,αλλά τα χαχανητά του ακουγόταν ακόμα.»Asta la vista babe,…don’t woorry be happy… froggy» του φώναξε όσο πιο παθιάρικα μπορούσε η Κούλα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s