Άγιο μου τσιπουράκι

Posted: Δεκέμβριος 23, 2006 in Παλιά κείμενα

Είναι Κυριακή πρωί, αρχές Δεκέμβρη, η μέρα που θα ψήσουμε τα τσίπουρα έφτασε. Ντυνόμαστε καλά, ετοιμάζουμε τις προμήθειες, καφέ, κρασί, περσινό τσίπουρο, κρεατικά, πατάτες και ξεκινάμε.

Τα ξύλα και τα τσίπουρα μας περιμένουν στο καζάνι από την προηγούμενη μέρα. Φτάνουμε σε πέντε λεπτά. Απόλυτη ησυχία βασιλεύει, ενώ το χιόνι μας αποχαιρετάει. Πάνω στο τραπέζι άδεια ποτήρια, μπουκάλια κρασί, μπύρες κι ένα ταψάκι με ένα παγωμένο κομμάτι κρέας, αποδεικτικά στοιχεία του γλεντιού που προηγήθηκε. Γεμίζουμε το καζάνι με τσίπουρα και ανάβουμε την φωτιά, ο αφέτης κηρύσσει την έναρξη του πανηγυριού. Ψήνουμε το καφεδάκι μας και το απολαμβάνουμε μπροστά στη ήδη θεριεμένη φωτιά. Η πρώτη απόσταξη θέλει δυνατή και σταθερή φωτιά.

Η ώρα έχει πάει 10, το στομάχι απαιτεί τα δικαιώματά του.

– Ρίξε μερικές πατάτες να ψηθούν στα τσιλιδιά (στη θράκα), να σταματήσει ο διάολος τη διαμαρτυρία.» Οι πατάτες βάζουν τα δυνατά τους και ψήνονται σε 10 λεπτά. Πάνω στην ώρα έρχονται και ο Χάρης με τον Νικολάκη για να βοηθήσουν… με τον τρόπο τους. Οι πατάτες παρέα με φιλαράκι τους το αλάτι μένουν ευχαριστημένες που επιτέλεσαν το σκοπό της ύπαρξής τους με επιτυχία.
Το πρώτο καζάνι τελειώνει, ξεκαζανιάζουμε και γεμίζουμε πάλι. Το χιόνι στο μεταξύ έχει αποσυρθεί οριστικά στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του. Ήρθαν και ο Πανάγος με τον Άκη, ξενύχτησαν χθες αλλά το γλέντι δεν το χάνουν. Είναι ώρα να σοβαρευτούμε.

-Ρε Κώστα, εκείνα τα λουκάνικα τα βλέπω λίγο χλωμά, δεν τα βάζεις στη σχάρα να πάρουν λίγο χρώμα; Βάλε και λίγο από κείνο το κοκκινέλι το περσινό να στρώσει το στομάχι, που είναι χάλια απ’ τις μπόμπες.

Η φωτιά ακούραστη συνεχίζει να καίει, το τσίπουρο ρέει καθαρό σαν κρύσταλλο. Οι φλόγες και το κρασί, σαν καταλύτες, χαλαρώνουν τα πρόσωπα, η γλώσσα λύνεται, αρχίζει ψιλοκουβεντούλα, χαβαλές, πειράγματα. Αναμνήσεις καλά κρυμμένες στα βάθη του μυαλού, τινάζουν τη σκόνη της λησμονιάς. Οι παλιότεροι αφήνουν τον ποταμό των αναμνήσεων να κυλήσει ελεύθερα, οι νεότεροι ακούν με προσοχή, αλλά περηφανεύονται και για τα κατορθώματά τους.

– Ένα βράδυ αποφασίσαμε να κάνουμε μια πλάκα στον Πανίκα. Δέσαμε μια κουδούνα ψηλά πάνω από την πόρτα του, κρυφτήκαμε και αρχίσαμε να την χτυπάμε. Ο Πανίκας, σουρωμένος όπως πάντα, βγαίνει έξω ταραγμένος ακούει την κουδούνα και πιστεύει ότι χτυπάει γι’ αυτόν, νομίζει ότι ήρθε ο Άγιος Πέτρος να τον πάρει κι αρχίζει τα παρακάλια:

«…κυρ-Πέτρο έχω το καλό κουστούμι στον ράφτη, δεν μπορώ σήμερα… θα κόψω το ποτό…».

Θα συνέχιζε για πολλή ώρα ακόμα αλλά μας κατάλαβε απο τα γέλια και μας πήρε με τις πέτρες.
– Άμα σας πιάσω στα χέρια μου σκυλοκούταβα θα σας βγάλω τ’αυτιά

Το ποτό δεν το έκοψε ποτέ.

Η παρέα αλλάζει, η καλή διάθεση παραμένει. Ο καθένας φέρνει και τις αναμνήσεις του – ευχάριστες, δυσάρεστες, πικρές, αστείες. Λίγα λεπτά μπροστά στη φωτιά και ένα ποτήρι οινόπνευμα λύνουν τα μάγια, ελευθερώνουν τη γλώσσα.

– Βάλε λίγο κρασί, μην το λυπάσαι, έφερα από το φετινό να το δοκιμάσουμε…

– Πόσα γράδα ξεκίνησε το τσίπουρο;

– 29 άρχισε, τώρα είναι στα 22, στα 17 θα το σταματήσω…

– Ρίξε κι αυτά τα παϊδάκια στη σχάρα, βάλε και καμιά πατάτα, φέρε και λίγο τουρσί λάχανο…

– Ρε συ, βάλε ξύλα στη φωτιά, θα σβήσει…»

– Θυμάστε… τον Κώστη του Καπλάν, δυο μέτρα άνθρωπος, είχε χέρια σαν φτιάρια, έβγαζε τα δέντρα με τα χέρια… τον μπαρμπα-Μιτούλη που ήταν ο καλύτερος αμπελουργός του χωριού, είχε 5 στρέμματα αμπέλι και το πρόσεχε σαν παιδί…τη Δημήτραινα που έβαζε τον άντρα της να κοιμάται στον σταύλο όταν έβριζε.

Έχει έρθει η ώρα να κάνει και ο μαστρο-Τίμος τη συνηθισμένη του επίσκεψη.

– Ντε φτατε παιδία (τι κάνετε παιδιά);

– Καλώς τον μαστρο-Τίμο, έλα κάτσε μαζί μας να πιεις ένα ποτηράκι κρασί.

Ο μαστρο-Τίμος είναι ογδόντα χρονών αλλά τα ‘χει τετρακόσια. Ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων, ιστορίες για τα παλιά χρόνια. Ιστορίες για τότε που οι χωριανοί βοηθούσαν παντού. Για τότε οι που γείτονες μαζευόντουσαν τα βράδια και ξενυχτούσαν παρέα με τη λύρα. Για τότε που βοήθησαν να χτιστεί η εκκλησία και το σχολείο κουβαλώντας πέτρες και λάσπη. Για τότε που βοήθησαν τη χήρα να θερίσει τα σπαρτά της…

«Τώρα κάθονται μπροστά στο χαζοκούτι και έχουν αποβλακωθεί τελείως».

Έχει νυχτώσει πια, οι φλόγες φουντώνουν, ένας σωρός από άδεια μπουκάλια έχει μαζευτεί στη γωνία, περίεργες σκιές σχηματίζονται ολοένα και πιο έντονα στους τοίχους, σαν να υπάρχουν κι άλλοι ολόγυρά μας. Δεν τους βλέπουμε αλλά τους αισθανόμαστε. Στη αρχή ντροπαλοί κάθονται παράμερα. Όσο περνάει η ώρα, και με τη βοήθεια του κρασιού και της φωτιάς, ξεθαρρεύουν, κάθονται μαζί μας. Το σφύριγμα του αέρα, τα ξύλα που τριζοβολάνε, μεταμορφώνονται σε φωνές. Σηκώνουν τα ποτήρια τους και χαμογελάνε ευχαριστημένοι, ένας ψίθυρος ακούγεται «δεν μας ξέχασαν»…

Η τέταρτη καζανιά τελείωσε, το τσίπουρο από την πρώτη φάση της απόσταξης ξαναμπαίνει στο καζάνι μαζί με μια χούφτα μαστίχα χιώτικη, γλυκάντζο, και δυο κούπες αλάτι. Η φωτιά τώρα καίει αργά και σταθερά. Η χύτρα γεμίζει με το τελικό προϊόν νωχελικά. Η σούμα βγήκε 22 γράδα και περίπου 60 κιλά. Η μυσταγωγία έφτασε στο τέλος, η φωτιά κρύβεται στις στάχτες περιμένοντας τους επόμενους.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η imikrimarika λέει:

    Αν και δεν μου αρέσει το τσίπουρο προτιμώ το κρασί , ήταν ωραία ιστορία!Άμα χρειαστείς μαστίχα …..γαύγισε για να σε ακούσω!

  2. Ο/Η gaston λέει:

    Η όλη διαδικασία απόσταξης του τσίπουρου αποτελεί μυσταγωγία.Δεν έχει σημασία αν σ’αρέσει το τσίπουρο,σημασία έχει να σ’αρέσουν οι μυσταγωγίες 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s